Οι ψαράδες, Chigozie Obioma

Συντάκτης του άρθρου: Αναστασία Καραβασιλείου

Η περιοχή του Άκουρε γίνεται το κέντρο του κόσμου των παιδιών της ιστορίας. Όπως κάθε παιδί, έτσι κι ο Μπεν (ο αφηγητής) και τα αδέρφια του -Ικένα, Μπότσα, Ομπέμπε, ο Ντέιβιντ και η Νκεμ- βλέπουν μέσα από τη γεωγραφία του Άκουρε όλο τον κόσμο. Και έχουν δίκιο. Κάθε ιστορία που βουτάει βαθιά στο προσωπικό μπορεί να βουτήξει συγχρόνως στο πανανθρώπινο. Γι’ αυτό μας αφορά όλους. Η παρέα των αδελφών Ικένα, Μπότσα, Ομπέμπε και Μπεν μπλέκει σε διάφορες περιπέτειες. Η απόφασή τους, όμως, να ψαρέψουν στον σκοτεινό ποταμό Όμι-Άλα αλλάζει για πάντα τις ζωές τους.

Τι σημαίνει να ψαρεύεις σε ένα απαγορευμένο ποτάμι; Τι σημαίνουν οι προφητείες του τρελού Αμπούλου; Τι σημαίνει η απουσία του πατέρα; Όλες οι ερωτήσεις απαντώνται με τραγικό τρόπο μέσα από μια σειρά θανάτων και φτάνουν πέρα από το προσωπικό δράμα σε ένα συλλογικό τραύμα.

Με εξαιρετική μαεστρία, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός εκ των αδελφών, του Μπεν, μας αφήνει να διεισδύσουμε -σαν ψαράδες κι εμείς σε απαγορευμένο ποτάμι- στα συναισθήματα αυτών των παιδιών. Ο τρόπος που περιγράφεται η απώλεια και οι λεπτομέρειες της απουσίας, η διάλυση και ανασύνθεση ενός άλλου κόσμου, το βίαιο πέρασμα στην ενηλικίωση μας συνεπαίρνει και μας αγκιστρώνει στα δίχτυα. Τα συναισθήματα, αντί να περιγράφονται και να αναλύονται, συμπυκνώνονται μέσα στα ίδια τα γεγονότα. Μας φανερώνονται μέσα από εικόνες και σκέψεις φαινομενικά ασήμαντων λεπτομερειών. Γι’ αυτό και ο ίδιος ο αναγνώστης μπορεί να τα βιώσει το ίδιο έντονα όπως ο ήρωας, χωρίς να τα προσπερνά σε μερικές αράδες.

Η δομή είναι υποδειγματική. Κάθε κεφάλαιο ξεκινάει, προσδιορίζοντας κάτι ακόμη από τους ήρωες. Τα κατηγορούμενα στέρεα, όσο προχωράει η ανάγνωση, αποκτούν πολλές διαστάσεις. Έτσι διαβάζουμε στην έναρξη κάθε κεφαλαίου: ήμασταν ψαράδες· ο Όμι-Άλα ήταν ένα τρομερό ποτάμι·  ο πατέρας ήταν αετός· ο Ικένα ήταν πύθωνας· ο Ικένα υφίστατο μια μεταμόρφωση· ο Αμπούλου ήταν τρελός· η μητέρα ήταν γερακάρισσα· οι ακρίδες ήταν προπομποί· ο Ικένα ήταν σπουργίτι· ο Μπότζα ήταν μύκητας· οι αράχνες ήταν κτήνη της θλίψης· ο Ομπέμπε ήταν λαγωνικό· το μίσος είναι μια βδέλλα· όμως ο Αμπούλου ήταν ένας Λεβιάθαν· η ελπίδα ήταν ένας γυρίνος· εγώ, ο Μπέντζαμιν, ήμουν μια νυχτοπεταλούδα· ο Ντέιβιντ και η Νκεμ ήταν ερωδιοί.

Η σκληρότητα και το συναίσθημα πλέκουν με εξαιρετική ισορροπία τη ροή της αφήγησης. Κάθε τι σημαίνει. Κάθε ήρωας μεταμορφώνεται σε πλάσμα από το ζωικό βασίλειο, σαν αρχαίος μύθος. Οι γλώσσες των ηρώων μπλέκονται μεταξύ της αγγλικής και της Ίγκμπο, ενώ μερικοί ήρωες μιλούν Φουλάνι και Γιορούμπα. Η γλώσσα και οι εναλλαγές της έχει τη σημασία της στο βιβλίο. Οι γονείς μιλούν αγγλικά στα παιδιά τους, όταν θέλουν να κρατήσουν απόσταση και να τα επιπλήξουν, μιλούν Ίγκμπο, όταν θέλουν να δείξουν τρυφερότητα και εμπιστοσύνη.

Μέσα από τη γλώσσα, αλλά και μέσα από τα αρχετυπικά σύμβολα, μεταφερόμαστε από τις μικρές ιστορίες, στη μεγάλη Ιστορία, όχι μόνο τη Νιγηρίας, αλλά και της αφρικανικής ηπείρου, που έχει να αφηγηθεί πολλούς εμφύλιους πολέμους, πολλές αδελφοκτονίες και πολλές προσπάθειες ανεξαρτητοποίησης από ξένους και ντόπιους δυνάστες.

Έτσι, η αδελφοκτονία της ιστορίας, όσο κι αν είναι μια ιστορία ενηλικίωσης των αγοριών της ιστορίας, δεν παύει να είναι και η ιστορία μιας χώρας. Όπως τα διαφορετικά στον χαρακτήρα αδέρφια επιθυμούν ή πρέπει να συνυπάρξουν, έτσι και οι φυλές της Νιγηρίας αναγκάστηκαν να συνυπάρξουν σε ένα ενιαίο κράτος, που κατασκεύασαν οι Βρετανοί. Όπως λέει ο ίδιος ο Obiama,

Σε ένα άλλο επίπεδο, το μυθιστόρημα είναι ένα σχόλιο σχετικά με την ιδέα της Νιγηρίας ως ενιαίο έθνος. Η χώρα είναι ένα κατασκεύασμα των Βρετανών, ένας μη βιώσιμος μηχανισμός, ένα μοντάρισμα διαφορετικών εθνών. Το έθνος των Ίγκμπο, για παράδειγμα, αποτελείται από 40 εκατομμύρια ανθρώπους, και αυτή είναι μία μόνο από τις φυλετικές περιοχές. Αναπτυσσόμενα έθνη-κράτη, με ιδιαίτερη ταυτότητα το καθένα, συνενώθηκαν με αποτέλεσμα να διαλυθούν ολοκληρωτικά. Έτσι, ακριβώς όπως τα έθνη-κράτη υποχώρησαν ενώπιον της εξωτερικής αυτής δύναμης, τα αγόρια λύγισαν μπροστά στην έξωθεν εξουσία του τρελού, η προφητεία του οποίου μεταβάλλει τη δυναμική της οικογένειάς τους.

Η Αφρική του Chigozie Obioma είναι τελείως διαφορετική από αυτή που έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε σε ιστορίες δυτικών λογοτεχνών και περιηγητών. Αποκαλύπτεται σταδιακά μέσα από τα συναισθήματα, τις απλές περιγραφές, τις μικρές λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής. Τα αντικείμενα τα ίδια αποκτούν σωματικότητα και μιλούν. Δεν ερμηνεύονται από τη ματιά ενός εξωτερικού παρατηρητή, αλλά μέσα από τις αρχαίες δοξασίες των Igbo για τη μοίρα και τη δύναμη του πεπρωμένου. Οι ψαράδες- τα ίδια τα αγόρια που ενηλικιώνονται- καθοδηγούνται από μια ανώτερη δύναμη, σαν να μην έχουν άλλη επιλογή, παρά να εκπληρώσουν το πεπρωμένο. Όσο κι αν οι ελπίδες του πατέρα για τους μικρούς του ψαράδες είναι διαφορετικές, όσο κι αν οι ίδιοι προσπαθούν για το καλύτερο, η θεότητα Chi ξέρει καλύτερα ποια θα είναι η συνέχεια. Έτσι, δεν μιλά κάποιος για τα πράγματα, αλλά τα πράγματα μιλούν μόνα τους για τον κόσμο, αντλώντας από την ψυχή του. Οι δοξασίες αυτές, μπολιασμένες με την αρχαία ελληνική τραγωδία, στην οποία ο Obioma εισχωρεί, δομούν στέρεα μια ιστορία, που μας έχει παγιδέψει στα δίχτυα της για πάντα.

Ο Chigozie Obioma γράφει στις «Βιβλιοπαρουσιάσεις» της ΕΡΤ:

https://web.archive.org/web/20151125191013/http://www.ert.gr/o-chigozie-obioma-grafi-stis-vivlioparousiasis/
0 0 vote
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments