
Αν ο σφαγέας ματωμένος θαρρεί πως σφάζει
Ή αν ο σφαγμένος θαρρεί είναι το σφαχτό,
Κι οι δυο αγνοούν της ατραπού τις πλάνες
Στρέφομαι ξανά και συνεχίζω να περνώ.
Το μακρινό ή ξεχασμένο κοντά είναι για μένα ·
Η σκιά κι η ηλιαχτίδα είν’ ένα και τ’ αυτό·
Οι αφανισμένοι θεοί μπροστά μου στέκουν·
Μέσα μου κι η φήμη κι η ντροπή κοινή έχουν ηχώ.
Λογαριάζουν άρρωστο όποιον έξω μ’ αφήνει·
Όταν πετούν μέσα μου, είμαι τα φτερά·
Είμ’ όποιος αμφιβάλλει κι η αμφιβολία η ίδια,
Είμαι ο ύμνος που ο βραχμάνος τραγουδά.
Οι ισχυροί θεοί ποθούν το σπιτικό μου,
Και μάταια λαχταρούν το ιερό Επτά·
Αλλά συ, πράος του καλού εραστής!
Βρες με και απόστρεψε απ’ τα ουράνια τη ματιά.
Απόδοση στα ελληνικά: Αναστασία Καραβασιλείου
Το ποίημα του Emerson:
https://www.poetryfoundation.org/poems/45868/brahma-56d225936127b