Εκείνη ονειρεύτηκε το σώμα του χρόνου

Κείμενο-αλίευση: Αναστασία Καραβασιλείου

Για ένα πνεύμα που γεννήθηκε για να στοχάζεται ή να ονειροπολεί θα μπορούσα να δεχθώ ότι παραμένει εξωτερικό ως προς την πραγματικότητα, ότι την παραμορφώνει και τη μεταμορφώνει, ίσως μάλιστα ότι τη δημιουργεί, όπως πλάθουμε μορφές ανθρώπων και ζώων με τη φαντασία μας, κοιτάζοντας τα διαβατικά σύννεφα στον ουρανό.

Ερρίκος Μπερξόν, Η δημιουργική εξέλιξη, εκδόσεις Πόλις

Είμαστε στα 1929, στην καρδιά του καλοκαιριού· 28 Ιουλίου.

Στον συνοικισμό Κουτσικάρι, δηλαδή στον Κορυδαλλό, στον Πειραιά, μια γυναίκα ονειρεύεται. Στο όνειρό της τρεις άνδρες και μια γυναίκα τής υποδεικνύουν να πάει 500μ. από το σπίτι της και να σκάψει περιοχή 50μ., για να βρει κάτι πολύ σπουδαίο, για το οποίο θα ενδιαφερθεί πολύς κόσμος. Το όνομά της Βασιλική Ι. Καρακάλου, γυναίκα παντρεμένη με δύο παιδιά.

Μόλις αφηγείται το όνειρό της στον άνδρα της, εκείνος την αποθαρρύνει: «όνειρο ήτανε». Εκείνη δεν επιμένει. Όμως το όνειρο επιστρέφει αμείλικτο. Αυτή τη φορά οι τρεις άνδρες του ονείρου είναι εξαγριωμένοι· τη διατάζουν πια να ψάξει, αλλιώς την απειλούν: θα σφάξουν την ίδια και τα παιδιά της. Όσο για τον σύζυγο, επιφυλάσσουν τη χειρότερη τιμωρία: να συνεχίζει να ζει στην άγνοια.

Τελικά, ο εκείνος, όταν ενημερώνεται για τις απειλές, υποχωρεί, αλλά νίπτει τας χείρας του· στέλνει τη σύζυγο στον ιερέα του συνοικισμού. Ο παπά Βαγγέλης πηγαίνει με τη Βασιλική στο σημείο που της υπέδειξαν στο όνειρο και τελεί αγιασμό και παράκληση. Οι Κουτσικαριώτες, ενήμεροι πια για τα καθέκαστα, μαζεύονται γύρω και παρακολουθούν με περιέργεια.

Τελικά, δυο εργάτες μισθώνονται και ξεκινούν το σκάψιμο. Σε βάθος περίπου 1,5μ. δεν βρίσκεται τίποτε. Όμως, η Βασιλική δεν το βάζει κάτω· παίρνει τη σκαπάνη και σκάβει η ίδια στο σημείο, επιτέλους: «εδώ κάτι πρέπει να βρεθεί». Μετά από λίγο, η σκαπάνη χτυπά πάνω σε κεράμους και ήχοι ακούγονται υπόκωφοι. Οι εργάτες τώρα αναλαμβάνουν πιο προσεκτικά να συνεχίσουν.

Μέσα από το χώμα γεννιέται ταφή, καλυμμένη με κεράμους. Κάτω απ’ αυτόν, επιτύμβια στήλη μήκους 1,30μ., θραυσμένη στο πάνω μέρος. Τα ψηφία της επιγραφής που θα διακρίναμε, εάν ήμασταν παρόντες, είναι:

ΑΛΚΗΜΩΡ ΜΕΛΗΣΙΟΥ

…ΕΥΠΕ…ΚΑΙΩΝ

Ο ΣΤΡΑΤΗΛ…ΗΜΟΚΗΔΟ

ΕΛΕΥΣΙΝΙΟΥ…ΘΥΓΑΤΗΡ…

…ΑΛΚΗΝΟΡΟ…[1]

Πάνω από την επιγραφή υπάρχει παράσταση που σώζεται κατά το ήμισυ. Φαίνεται άνδρας που κάθεται σε σκίμποδα (σκαμνί δηλαδή) και πλάι του άλλος άνδρας όρθιος. Δίπλα στην πλάκα βρέθηκε μισή υδρία με το περιεχόμενο της καύσης.

Μετά την ανεύρεση της ταφής, ειδοποιείται το 7ο αστυνομικό τμήμα της Νέα Κοκκινιάς. Ο διοικητής Μπαρμπατσέας μεταβαίνει στο σημείο κι αναστέλλει την ανασκαφή, παίρνει την υδρία και αφήνει την πλάκα. Ειδοποιείται η Αστυνομική Διεύθυνση Πειραιά και το Υπουργείο Παιδείας για την αποστολή αρχαιολόγων, ενώ ο αρχαιολογικός πλέον χώρος φρουρείται από αστυνομικούς υπαλλήλους.

Τα νέα μαθαίνονται γρήγορα στον Πειραιά κι όλοι σπεύδουν στο σημείο να δουν τα ευρήματα, αλλά και στο σπίτι της Βασιλικής, για να τη συναντήσουν. Η Βασιλική είναι πια θαυματουργός. Ο δρόμος των Αγίων Ασωμάτων που έρχεται από τη Νέα Κοκκινιά προς τον Πειραιά πλημμυρίζει με πλήθη που κάνουν ατέλειωτη σειρά για το σπίτι της Βασιλικής.

Και βλέπει κανείς απλοϊκές γυναίκες του λαού με ζωγραφισμένην εις την μορφήν τη θρησκοληψία να τραβούν αγκομαχώντας το ανηφόρι, με όλο το λιοπύρι, για να δούνε από κοντά, για να μιλήσουν και για να γνωρισθούν με την «ευλογημένη γυναίκα». Ακόμη περνούν από μπρος του παιδάκια, νέοι, κοριτσόπουλα και γέροι άτομα που διψούν από παραδοξότητες, μας πληροφορεί ο δημοσιογράφος του άρθρου.

Δεν λείπουν, όμως, και τ’ αυτοκίνητα με τις κομψές κυρίες και δεσποινίδες, οι οποίες δεν αφήνουν ευκαιρία «που να μην επιδείξουν την κοινωνικότητά των».

Μεταξύ των επισκεπτών και τρεις μαυροφορεμένες δεσποινίδες, «με δυο ανθοδέσμες και ένα δεματάκι μπισκότα», επισκέφτηκαν τη Βασιλική, προκειμένου να ζητήσουν θεραπεία μέσω ονείρου για τον κατάκοιτο Χατζηλαζαρίδη.

Οι επίσημες αρχές δεν έκριναν άξιες λόγου τις ευρεθείσες αρχαιότητες, με αποτέλεσμα να τις αφήσουν εκτεθειμένες στους περαστικούς, χωρίς να κάνουν άλλες ενέργειες για τη διάσωσή τους. Μάλιστα, η επιτύμβια στήλη φέρεται από τα παιδιά του συνοικισμού από δρόμο σε δρόμο, για να την δουν όλοι.

Η ίδια η Βασιλική αγωνιά για το μέλλον των ευρημάτων και της ανασκαφής. Επιμένει να συνεχιστεί, προκειμένου να βρεθούν οι θησαυροί.

Όταν τη ρωτούν εάν το όνειρό της επαληθεύτηκε, εκείνη απαντά: «τα τρία παληκάρια και η χλωμή νέα με τα μαύρα μεγάλα μάτια που τα συνώδευε, δεν ξαναφανερώθηκαν εις τον ύπνο μου». Όμως τώρα το όνειρο μεταβάλλεται· θα μπορούσε να πει κανείς ότι προσαρμόζεται στα χριστιανικά πρότυπα της εποχής: τώρα η Βασιλική φέρει μια εικόνα του εσταυρωμένου, περιβαλλόμενου στα τέσσερα άκρα από τους αποστόλους και, δείχνοντας τον απόστολο Πέτρο, δηλώνει ότι της φανερώθηκε στον ύπνο της με δεσποτικά, ολόχρυσα ρούχα, μορφή γαλήνια και όσο μιλούσε, το στόμα του έσταζε «καντιοζάχαρη». Την κάλεσε κοντά του και τη συμβούλεψε να σκάψει ολόκληρο τον τόπο που της υπέδειξαν οι τρεις άνδρες, για ν’ ανακαλυφθούν οι θησαυροί. Μάλιστα, της τονίζει πόσο καλή και ξεχωριστή είναι και γι’ αυτό θέλουν να ευτυχήσει. Τέλος, τη συμβουλεύει να μην σκάψουν βαθιά και να προσέξουν τα κεραμίδια.

Παράλληλα, γνωρίζουμε την ιστορία του Λάζαρου Χατζηλαζαρίδη: τριαντάχρονος από τον Πόρο του Ικονίου, παραλυτικός, που η οικογένεια Καραχάλιου περισυνέλλεξε και περιποιείται στο σπίτι. Ενώ κοιμόταν ο Λάζαρος, είδε στον ύπνο του την ίδια μαυροφορεμένη γυναίκα και τόσο ταράχτηκε απ’ την ομορφιά και τη γοητεία της, που έκανε τον σταυρό του. Έκτοτε, είναι σε θέση να κινεί το δεξί του χέρι, με το οποίο λαμβάνει και τροφή.

Τη δεύτερη φορά που ονειρεύεται η Βασιλική, εκείνος ξαναβλέπει την ίδια γυναίκα και αρθρώνει τις λέξεις: «Δόξα να ‘χεις, Παναγιά μου». Από τότε, η υγεία του παρουσιάζεται βελτιωμένη και η γλώσσα του τού επιτρέπει να αφηγηθεί την πολυτάραχη ζωή του.

Γεννήθηκε στον Πόρο Ικονίου με καταγωγή από καλή και εύπορη οικογένεια. Πήρε την εκπαίδευσή του στο Αμερικάνικο Κολλέγιο της Ταρσού της Κιλικίας. Πριν αποφοιτήσει, οι Τούρκοι συμμαθητές του τού έστησαν ενέδρα και με τη συμπαιγνία Τούρκων αστυνομικών τον κατηγόρησαν για λωποδύτη και απατεώνα. Αυτά συνέβησαν λίγο πριν τη συμμετοχή της Ελλάδας στον «Ευρωπαϊκό πόλεμο», δηλαδή σε αυτόν που σήμερα λέμε Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε ο Χατζηλαζαρίδης συνελήφθη και φυλακίστηκε στα κάτεργα του Κουλουκουλσά. Το ξύλο και οι άθλιες συνθήκες επιβάρυναν την υγεία του. Μετά από πεντάμηνη φυλάκιση βγήκε ράκος από τη φυλακή. Ο πόλεμος είχε ξεκινήσει, οι γονείς του είχαν καταφύγει στη Ρουμανία κι έχασε τα ίχνη τους.

Τα πλήθη συρρέουν, ανάβουν κεριά και προσκυνούν την εικόνα του Εσταυρωμένου με τον απόστολο Πέτρο.

Pablo Picasso (Spanish, Malaga 1881–1973 Mougins, France ) Student with a Newspaper, Paris, late 1913–early 1914 Plaster, oil, Conté crayon, and sand on canvas; 28 3/4 × 23 1/2 in. (73 × 59.7 cm) The Metropolitan Museum of Art, New York, Promised Gift from the Leonard A. Lauder Cubist Collection (SL.17.2014.1.70) http://www.metmuseum.org/Collections/search-the-collections/500449

Το θαύμα μοιάζει διπλό: απ’ τη μια ο θεραπευμένος κι απ’ την άλλη η θαυματουργός γυναίκα, που βρήκε τις αρχαιότητες. Μια ιστορία που συνέβη και αλιεύτηκε από εφημερίδα του 1929 μπορεί να μας κάνει να σκεφτούμε πολλά. Βρισκόμαστε λίγα μόλις χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του ’22, σε μια φτωχική, προσφυγική συνοικία του Πειραιά, ενώ ο κόσμος ετοιμάζεται μυστικά να κατρακυλήσει στην οικονομική ύφεση, που επρόκειτο να ξεσπάσει στις 29 Οκτωβρίου του ίδιου έτους.

Απ’ την άλλη, οι μορφές του ονείρου, ο επιτακτικός τρόπος που παρουσιάζονται προμηνύουν το θαυμαστό. Οι άνθρωποι εκείνης της εποχής είναι έτοιμοι να πιστέψουν στο θαύμα και εκείνο εμφανίζεται όχι μόνο με την εύρεση των αρχαίων ευρημάτων, αλλά και με τη θεραπεία του παραπληγικού Λαζάρου. Η εποχή μαρτυρά πίστη σε κάτι καλύτερο, πράξεις αλληλεγγύης, που φαίνονται αυτονόητες για την εποχή: μια οικογένεια πάμφτωχη έχει περιθάλψει έναν άνθρωπο σε απόλυτη ένδεια, χωρίς να αναμένει όφελος· κι αυτό από μόνο του μαρτυρά ένα θαύμα ακατανόητο για τη δική μας εποχή, που προσπερνά αδιάφορη τα θαύματα ούτως ή άλλως.

Ο τρόπος που αντιμετωπίζονται οι αρχαιότητες, σαν θαυμαστά αντικείμενα, μαρτυρά τον ζωτικό τρόπο που διαδραματίζουν στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων: δεν είναι μουσειακά αντικείμενα, δεν είναι ξένα, δεν ανήκουν σε ειδικούς –οι οποίοι άλλωστε δεν εκδηλώνουν ενδιαφέρον για αυτές–, αλλά ανήκουν στους ίδιους.

Δεν τους ανήκουν ως ιδιοκτησία, αλλά ως ένα κοινό βίωμα. Δεν κλείνονται σε έναν οριοθετημένο χώρο, όπου τις φυλάσσουν και χρειάζονται προϋποθέσεις έκθεσής τους, αλλά τα παιδιά τις φέρουν στα χέρια και τις περιφέρουν στη γειτονιά. Ο θάνατος (επιτύμβια στήλη) φέρνει αναγέννηση κι όχι φόβο, προμηνύει μια καλύτερη ελπίδα για το αύριο και θεραπεία. Έχουν ήδη προηγηθεί μια σειρά πολέμων, όπου ο θάνατος ήταν τόσο πραγματικός όσο και παράλογος. Δεν υπάρχει πια χώρος για φόβο. Μόνο ελπίδα.

Τα όνειρα συλλογικοποιούνται και εκφράζουν τη συλλογική συνείδηση, το κοινό όραμα για το μέλλον· δεν είναι μόνο μια διέξοδος από την απελπισία του παρόντος, αλλά και μια κάθαρση. Ένας φακός να αντικρίσουν με άλλα μάτια το παρόν, κεκαθαρμένο από τα βάρη του παρελθόντος. Έτσι όπως εκφράζεται στο νησί της Νάξου, που περιγράφει ο Stewart (2019), όπου οι κάτοικοι της περιοχής του Κορωνού, παλιότερα πλούσιας εξαιτίας της εξαγωγής σμύριδας, αναζητούν, καθοδηγούμενοι από όνειρα, βαμμένα αντικείμενα. Έτσι, ανασκάπτουν οι ίδιοι το παρελθόν τους και βρίσκουν νέους τρόπους να ξαναζήσουν στο δύσκολο παρόν. Μας φέρνει στον νου τον τρόπο που αντιμετωπίζεται το άγαλμα της θεάς, όπως το περιγράφει ο Γιάννης Χαμηλάκης στο βιβλίο του Η αρχαιολογία και οι αισθήσεις (2015). Οι ντόπιοι το θάβουν στο χώμα, για να το κάνουν γόνιμο. Τα αγάλματα έτσι παραμένουν ζωντανά, όπως τη στιγμή που γεννήθηκαν από το χέρι του ονειρευτή-καλλιτέχνη· δεν στέκουν νεκρά απολιθώματα σε ένα μουσείο.

Θα κρατήσουμε την αίσθηση του ονείρου, όπως αυτό καταγράφηκε από τον Emil Szittya, που με την τέχνη και τη βαθιά φιλοσοφική ματιά του κατέγραψε 27 Όνειρα στη διάρκεια του πολέμου 1939-19495. Καταγράφουμε αυτό που διαβάσαμε στον Εθνικό Κήρυκα (12/8/1929 και 14/8/1929), θέλοντας να μείνει έτσι, σαν απόσπασμα από μια εφημερίδα που διαβάσαμε σήμερα· από μια τυχαία εφημερίδα που έπεσε στα χέρια μας κι ας μην πέφτουν πια στα χέρια μας τυχαία εφημερίδες τυπωμένες σε χαρτί. Κι ας μην διαβάζουμε πια για θαύματα. Θέλουμε να τα πιστέψουμε.

Πηγές:

Εφημερίδα Εθνικός Κήρυκας (12/8/1929 και 14/8/1929)

Stewart, C. (2019). Όνειρα και ιστορική συνείδηση στην Ελλάδα. Εκδόσεις Μεταίχμιο.

Szittya, E. (2019). 27 Όνειρα στη διάρκεια του πολέμου 1939-19495. Εκδόσεις Άγρα. (Μετάφραση: Ευγενία Γραμματικοπούλου).

Χαμηλάκης Γ. (2015). Η αρχαιολογία και οι αισθήσεις. Εκδόσεις Εικοστού Πρώτου


[1] Σχετικά με το όνομα Αλκήνωρ έχουμε το απόσπασμα του Αθήναιου Δειπνοσοφισταί, Βιβλίο 6, C, 14c-16d: Πάνυ δὴ παραδόξου γενομένου τοῦ πράγματος, καὶ τοῦ βασιλέως πειθομένου τ’ Ἀλκήνορος μὴ παρεόρακεν Ἀρχεφῶν τοὺς κωβίους;

Επίσης, το όνομα Αλκήνωρ είναι γνωστό από τη θρυλική μάχη, Σπάρτης και Άργους, για την πόλη της Κυνουρίας Θυρέα. Στο τέλος της μάχης, οι μόνοι που απέμειναν ζωντανοί ήταν ο σπαρτιάτης Οθρυάδης και δύο αργείοι, ο Χρόμιος και ο Ἀλκήνωρ.

0 0 vote
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
1 Comment
Newest
Oldest Most Voted
Inline Feedbacks
View all comments
Θεόδωρος
Θεόδωρος
6 months ago

“Η εποχή που προσπερνά αδιάφορη τα θαύματα”. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερος χαρακτηρισμός γι’ αυτήν την εποχή. Όμως τα θαύματα θα συνεχίσουν να συμβαίνουν σε πείσμα της…

Ευχαριστούμε!